κάκωση

κάκωση
η (AM κάκωσις, Μ και κάκωση) [κακώ]
κακοποίηση, κακομεταχείριση
νεοελλ.
ιατρ. ελαφρά ή και βαριά σωματική βλάβη που έχει προκληθεί από άλλο άτομο ή από εξωτερική βίαιη ενέργεια
νεοελλ.-μσν.
κακοπάθεια, ταλαιπωρία
μσν.
1. κακή πράξη
2. καταστροφή
3. τιμωρία
4. κακία, μίσος, έχθρα
5. προσωποποίηση τής κακίας
6. οργή, θυμός
μσν.-αρχ.
κακό, βλάβη, δυστύχημα
αρχ.
1. πίεση, καταπίεση, κατάθλιψη («κακοποίησις λαοῡ», ΠΔ)
2. κακή μεταχείριση ή παραμέληση τών γονιών από τον γιο («γραφή κακώσεως», Δημοσθ.)
3. το κακό αποτέλεσμα μιας ασθένειας («τὸ αἴτιον τῆς κακώσιος», Ιπποκρ.)
4. φρ. «κάκωσις ἐπαρχίας»
α) κακή διοίκηση
β) η δίκη για παράνομη είσπραξη χρημάτων κατά τη ρωμαιοκρατία.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • κάκωση — η κακοποίηση, ταλαιπωρία: Ο γιατρός δεν παρατήρησε καμιά κάκωση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κακώσῃ — κακώσηι , κάκωσις ill treatment fem dat sg (epic) κακάζω cackle fut part act fem dat sg (attic epic ionic) κακόω maltreat aor subj mid 2nd sg κακόω maltreat aor subj act 3rd sg κακόω maltreat fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακώσηι — κάκωσις ill treatment fem dat sg (epic) κακώσῃ , κακάζω cackle fut part act fem dat sg (attic epic ionic) κακώσῃ , κακόω maltreat aor subj mid 2nd sg κακώσῃ , κακόω maltreat aor subj act 3rd sg κακώσῃ , κακόω maltreat fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έγκαυμα — Βλάβη των ιστών, που προκαλείται από θερμότητα, καυστικές χημικές ουσίες, ηλεκτρισμό ή ηλεκτομαγνητική ακτινοβολία, που δρουν κυρίως με την πήξη των πρωτεϊνών του πρωτοπλάσματος, καταστρέφοντας τα κύτταρα. Τα αποτελέσματα της δράσης της… …   Dictionary of Greek

  • оправьдити — ОПРАВЬ|ДИТИ (24), ЖОУ, ДИТЬ гл. 1.Признать невиновным, оправдать: Богатѹ съблазнивъшѫ||сѧ мънози застѹпници. и гл҃ы неизд‹речень›ныими оправьд‹ѧть› и (ἐδι καίωσαν) Изб 1076, 163–164; то же Пч н. XV (1), 41 об.; ˫ако и блѹдьницю ѡчисти. и ˫ако… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • άρθρωση — Ανατομικός σχηματισμός με τον οποίο συνδέονται μεταξύ τους διαφορετικά οστά. Η ά. στην οποία τα διάφορα οστά συνδέονται μεταξύ τους με την παρεμβολή ινοχόνδρινου ιστού ονομάζεται συνάρθρωση. Στις συναρθρώσεις δεν υπάρχει κενό μεταξύ των οστών που …   Dictionary of Greek

  • αίκισμα — αἴκισμα, το (Α) [αἰκίζω] 1. κακή μεταχείριση, κάκωση, βασανισμός 2. στον πληθ. φρ. «αἰκίσματα νεκρῶν», ακρωτηριασμένα πτώματα …   Dictionary of Greek

  • αικία — αἰκία, η (Α) 1. προσβλητική διαγωγή, απρεπής συμπεριφορά, προσβολή, εξύβριση 2. άπρεπη μεταχείριση, σωματική κάκωση 3. στον πληθ. αἱ αἰκίαι βασανιστήρια 4. (ως δικαν. όρ.) άδικη επίθεση, βιαιοπραγία στη φρ. «αἰκίας δίκη», ιδιωτική καταγγελία για… …   Dictionary of Greek

  • αιμοφθαλμία — η Ιατρ. αιμορραγία στο εσωτερικό τού οφθαλμού, οφειλόμενη σε κάκωση ή αιμορραγική διάθεση (αιμοφιλία, νόσοι τών αγγειακών τοιχωμάτων κ.λπ.). Συνών. αιμόφθαλμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < hemophthalmia, νεολατιν. επιστημον. όρος, ελληνογενής < hemo (<… …   Dictionary of Greek

  • βάσανος — η (AM βάσανος) λεπτομερής, εξονυχιστική εξέταση (α. «η βάσανος της λογικής» β. «βάσανον ὑποκείσονται» θα περάσουν από δοκιμασία, θα υποστούν λεπτομερή έλεγχο) αρχ. μσν. βασανιστήριο, σωματική κάκωση 2. πόνος, ταλαιπωρία αρχ. 1. η λυδία λίθος,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”